Αλιβέρι(ον)

Αλιβέρι(ον)
το г. Аливёрион (о-в Эвбея)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "Αλιβέρι(ον)" в других словарях:

  • Αλιβέρι — Κωμόπολη (5.140 κάτ.) της Εύβοιας στην πρώην επαρχία Καρυστίας. Αποτελεί έδρα του δήμου Ταμιναίων. Επίνειό του είναι ο Κάραβος· είναι χτισμένο σε πλαγιά λόφου, πιθανότατα στην περιοχή όπου στην αρχαιότητα βρίσκονταν οι πόλεις Ταμύναι και Πορθμός …   Dictionary of Greek

  • Εύβοια — I Νησί (3.658 τ. χλμ., 209.130 κάτ.) που απλώνεται με νοτιοανατολική κατεύθυνση κατά μήκος της βορειοανατολικής ακτής της Στερεάς Ελλάδας. Είναι το δεύτερο σε μέγεθος νησί της Ελλάδας μετά την Κρήτη. Στα Β του νησιού οι δίαυλοι του Τρίκερι και… …   Dictionary of Greek

  • Ευβοίας, νομός — Νομός (4.167 τ. χλμ., 215.136 κάτ.) της περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, που περιλαμβάνει την Εύβοια, τη Σκύρο με τα γύρω μικρά νησιά Σκυροπούλα, Βάλαξα, Σαρακηνό κ.ά., τη συστάδα των Πεταλιών (στον ομώνυμο κόλπο), τα μικρά νησιά Καβαλιανή και Στύρα …   Dictionary of Greek

  • Aliveri — (Greek, Modern: Αλιβέρι, Ancient/Katharevousa: on Ancient Greek : polytonic|Αὐλῶν Aulon [The Polis as an Urban Centre and as a Political Community [http://books.google.com/books?id=7Ig1 BV6JEQC pg=PA432 dq=Aliveri+Aulon… …   Wikipedia

  • Aliveri — Die Kirche in der Altstadt Ein früheres Geschäftshaus in der Altstadt …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der Gemeinden Griechenlands — Griechenland gliedert sich seit dem 1. Januar 2011 in 13 Regionen und 325 Gemeinden. Durch das Kallikratis Gesetz wurden 240 Gemeinden durch Zusammenschluss zuvor bestehender kleinerer Gemeinden neu gebildet. Außer Kreta und Euböa sind die… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste des communes de Grèce — Avertissement : les traductions du nom des différentes nouvelles entités administratives sont à prendre avec précaution, les dénominations n étant selon toute vraisemblance pas officiellement fixées en français. Voir l avertissement en tête… …   Wikipédia en Français

  • κάστρο — Μεσαιωνικό φρούριο· τείχος που περιβάλλει πόλη. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό castellum, υποκοριστικό του castrum και υποδηλώνει, στη ρωμαϊκή ονοματολογία, ένα οχυρό σχετικά περιορισμένων διαστάσεων. Οι δύο αυτοί όροι, ωστόσο, δεν… …   Dictionary of Greek

  • Γαβαλάς — I Επώνυμο αριστοκρατικής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης, άρχοντες της Κρήτης και της Ρόδου. Επιφανέστερα μέλη της είναι: 1. Γεώργιος (15ος αι.). Αναφέρεται ως καταδότης των Βενετών στην επανάσταση του Σήφη Βλαστού. 2. Ιωάννης (13ος αι.). Ένας… …   Dictionary of Greek

  • Διοματάρας — Επώνυμο εθνικών αγωνιστών από τα Ψαρά. 1. Κωνσταντίνος. Ήταν ιδιοκτήτης πλοίου και προσέφερε τις υπηρεσίες του σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Το 1823 βύθισε τουρκικό πλοίο κοντά στο Αλιβέρι και το 1824 ένα άλλο κοντά στην Τένεδο. Το 1826… …   Dictionary of Greek

  • Καρυστίας και Σκύρου, Ιερά Μητρόπολη — Μητρόπολη με έδρα την Κύμη Ευβοίας. Στη δικαιοδοσία της υπάγονται 95 ενοριακοί ναοί, στους οποίους υπηρετούν συνολικά 60 κληρικοί. Για την πλέον άρτια και εύρυθμη περιφερειακή οργάνωση υφίστανται οι παρακάτω αρχιερατικές επιτροπείες: Αλιβερίου,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»